προοδευτικά
επίρρημα1. Με τρόπο που εκφράζει ή επιφέρει πρόοδο ή βελτίωση, δηλαδή με συνεχή θετική μεταβολή στην πορεία των πραγμάτων.
2. Με τρόπο που συντελείται μέσω συνεχών, μικρών μεταβολών ή προσθηκών κατά την πάροδο του χρόνου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θερμοκρασία αυξήθηκε προοδευτικά καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας.
- Οι αλλαγές στο πρόγραμμα εφαρμόζονται προοδευτικά, ώστε να μην διαταραχθεί η λειτουργία.
- Με την εμπειρία, η ομάδα έγινε προοδευτικά πιο αποτελεσματική.
- Στη συναυλία, οι μουσικοί ανέβαζαν προοδευτικά την ένταση πριν το ρεφρέν.
- Το κόστος της συνδρομής αυξήθηκε προοδευτικά τα τελευταία χρόνια.
- Οι μεταρρυθμίσεις εισήχθησαν προοδευτικά για να δοκιμαστούν οι επιπτώσεις.