προικισμένος
επίθετοΠου έχει ιδιαίτερη φυσική, πνευματική ή καλλιτεχνική ικανότητα, ταλέντο ή χαρίσματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι πολύ προικισμένος μαθηματικός και λύνει δύσκολα προβλήματα με ευκολία.
- Η Μαρία είναι προικισμένη με εξαιρετική φωνή και εντυπωσιάζει σε κάθε συναυλία.
- Το παιδί είναι προικισμένο με μεγάλη φαντασία και δημιουργεί συνεχώς νέες ιστορίες.
- Ήταν ένας προικισμένος καλλιτέχνης, που ξεχώριζε από μικρή ηλικία.
- Η ομάδα είχε αρκετούς προικισμένους παίκτες, αλλά δεν κατάφερε να κερδίσει.
- Παρότι είναι προικισμένος, δουλεύει με συνέπεια για να βελτιώνεται συνεχώς.