πολυπληθής
επίθετοΠου αποτελείται από μεγάλο αριθμό ανθρώπων, πραγμάτων ή στοιχείων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πόλη έγινε πολυπληθής μετά την άφιξη των επισκεπτών.
- Παρακολούθησε μια πολυπληθή συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο κέντρο.
- Στην αίθουσα βρισκόταν ένα πολυπληθές ακροατήριο.
- Η ομάδα του συλλόγου είναι πολυπληθής και πολύ δραστήρια.
- Πρόκειται για μια πολυπληθή οικογένεια με έξι παιδιά.