πολλαπλός

επίθετο

1. Που αποτελείται από πολλά μέρη, στοιχεία ή όψεις.

2. Που εμφανίζεται ή συμβαίνει περισσότερες από μία φορές, επαναλαμβανόμενα.

3. Που έχει ή επιτελεί περισσότερες από μία λειτουργίες, ικανότητες ή χρήσεις.

Συνώνυμα

πολυάριθμος πολυπληθής πολλαπλάσιος πολλαπλασιασμένος διάφορος αμέτρητος ποικίλος πολύπλευρος πολυδιάστατος πολυειδής πολύμορφος άφθονος πολύς

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αριθμός 12 είναι πολλαπλός του 3.
  • Το τεστ περιέχει ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής.
  • Η ασθένεια έχει πολλαπλές αιτίες.
  • Ο οδηγός υπέστη πολλαπλούς τραυματισμούς μετά το ατύχημα.
  • Το θέμα έχει πολλαπλές πλευρές που πρέπει να εξεταστούν.