ποινικός

επίθετο

1. Που αφορά το ποινικό δίκαιο, τις ποινές ή τις διαδικασίες επιβολής τους.

2. Που σχετίζεται με πράξη που τιμωρείται από το νόμο ή χαρακτηρίζεται από εγκληματική συμπεριφορά.

Συνώνυμα

εγκληματικός παραβατικός παράνομος τιμωρητικός κυρωτικός εγκληματίας αποτρεπτικός αυστηρός σκληρός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το αδίκημα υπάγεται στον ποινικό κώδικα.
  • Ο εμπρησμός χαρακτηρίστηκε ως ποινικό αδίκημα.
  • Στον υπάλληλο επιβλήθηκε ποινική κύρωση για τη ζημιά.
  • Οι ποινικοί νόμοι της χώρας απαγορεύουν τέτοιες πράξεις.
  • Η υπόθεση αφορά πολλά ποινικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων κλοπή και απάτη.