πλέον

επίρρημα

1. Δηλώνει ότι κάτι συμβαίνει ή ισχύει από ένα συγκεκριμένο σημείο και μετά, σε αντίθεση με την προηγούμενη κατάσταση (π.χ. «Δεν το κάνω πλέον»).

2. Υποδηλώνει ότι κάτι εμφανίζεται ή ισχύει σε αυξημένο βαθμό ή με μεγαλύτερη ένταση σε σύγκριση με πριν.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν μένει πλέον εδώ.
  • Πλέον καταλαβαίνω τι εννοούσες.
  • Χρειάζονται πλέον πληροφορίες για να ολοκληρωθεί η έρευνα.
  • Το κοινό αυξήθηκε και πλέον φτάνει τις 5.000 θεατές.
  • Η εταιρεία δεν θα προσλάβει πλέον προσωπικό.