πισωγύρισμα
ουσιαστικό1. Κίνηση ή εξέλιξη προς προηγούμενη κατάσταση, ιδιαίτερα μετά από πρόοδο ή βελτίωση.
2. Ενέργεια ή κατάσταση κατά την οποία κάτι επιστρέφει σε χειρότερο επίπεδο, στάδιο ή συμπεριφορά.
Συνώνυμα
οπισθοδρόμηση υποχώρηση παλινδρόμηση κωλοτούμπα υποστροφή παλινωδία οπισθοχώρηση αναδίπλωση πισωδρόμηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακύρωση του έργου ήταν ένα σοβαρό πισωγύρισμα για την ομάδα.
- Η νέα θεραπεία έφερε πρόοδο, χωρίς να υπάρξει κανένα πισωγύρισμα στην υγεία του.
- Μετά από τόση προσπάθεια, αυτό το λάθος μοιάζει με μεγάλο πισωγύρισμα.
- Η επιστροφή στις παλιές συνήθειες θα ήταν πραγματικό πισωγύρισμα.
- Υπήρξαν μικρά πισωγυρίσματα στην πορεία, αλλά τελικά πέτυχαν τον στόχο τους.