περιπλανώμενος
επίθετο1. Που μετακινείται χωρίς σταθερή κατοικία ή καθορισμένο προορισμό, κινούμενος από τόπο σε τόπο.
2. Που ζει ή ταξιδεύει προσωρινά σε διάφορα μέρη χωρίς μόνιμη εγκατάσταση.
Συνώνυμα
πλανώμενος περιπλανητής περιφερόμενος οδοιπόρος ταξιδιώτης πλανόδιος περιοδεύων αλήτης νομάς νομαδικός χαμένος περαστικός τουρίστας περιηγητής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο περιπλανώμενος ταξιδιώτης διηγήθηκε ιστορίες από μακρινά μέρη.
- Η περιπλανώμενη φυλή άλλαζε τόπους ανάλογα με τις εποχές.
- Βρήκαμε έναν περιπλανώμενο σκύλο κοντά στο πάρκο.
- Η σκέψη του ήταν περιπλανώμενη, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά.
- Ο περιπλανώμενος πωλητής πουλούσε χειροτεχνήματα στην πλατεία.