περιουσία
ουσιαστικό1. Σύνολο των υλικών και άυλων αγαθών, δικαιωμάτων και πόρων που ανήκουν σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και έχουν οικονομική αξία.
2. Η οικονομική κατάστασή ενός ατόμου, οικογένειας ή οργανισμού ως προς τα διαθέσιμα μέσα και περιουσιακά στοιχεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η περιουσία του περιλαμβάνει διαμερίσματα, αυτοκίνητα και μετοχές.
- Άφησε όλη την περιουσία του στα παιδιά του.
- Η πνευματική περιουσία προστατεύεται από το νόμο.
- Η πολιτιστική περιουσία της πόλης χρειάζεται συντήρηση.
- Το γέλιο των παιδιών είναι πραγματική περιουσία.