περιβάλλω
ρήμα1. Τοποθετώ ή οργανώνω στοιχεία γύρω από ένα αντικείμενο, χώρο ή σώμα, έτσι ώστε να το περικλείουν ή να το κυκλώνουν από τις πλευρές.
Συνώνυμα
περικυκλώνω περιτριγυρίζω κυκλώνω περικλείω σκεπάζω καλύπτω τυλίγω ντύνω κουκουλώνω αγκαλιάζω πολιορκώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κήπος περιβάλλει το παλιό σπίτι.
- Το νησί περιβάλλεται από γαλάζια θάλασσα.
- Τον περιβάλλει ο σεβασμός των συναδέλφων του.
- Οι φίλοι της τη περιβάλλουν με φροντίδα κάθε μέρα.
- Μια αίσθηση μυστηρίου περιέβαλε την παλιά βιβλιοθήκη.