πατερούλης

ουσιαστικό

1. Τρυφερό υποκοριστικό και προσφώνηση για τον πατέρα, που εκφράζει στοργή, οικειότητα ή παιδική εξάρτηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πατερούλης μου έφερε ένα παιχνίδι από το ταξίδι του.
  • Ο πατερούλης του χωριού πάντα βοηθούσε τους νέους με συμβουλές.
  • Ο γέροντας, ο πατερούλης, καθόταν στην πρώτη σειρά και προσευχόταν.
  • Στον δημόσιο λόγο χρησιμοποιούσαν τον τίτλο «ο πατερούλης του έθνους» ειρωνικά.
  • Μας φερόταν σαν πατερούλης, παίρνοντας αποφάσεις χωρίς να ρωτήσει.