πανηγυρισμός
ουσιαστικόΈκφραση χαράς και ενθουσιασμού για ένα γεγονός, συνήθως με λόγια, χειρονομίες ή συγκέντρωση ανθρώπων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πανηγυρισμός της νίκης κράτησε ως αργά το βράδυ.
- Στην πλατεία στήθηκε μεγάλος πανηγυρισμός μετά την κατάκτηση του τίτλου.
- Οι παίκτες άφησαν τον αυθόρμητο πανηγυρισμό να ξεσπάσει στο τέλος του αγώνα.
- Ο πανηγυρισμός για τα εκατό χρόνια του συλλόγου περιλάμβανε μουσική και χορό.
- Δεν ήθελε υπερβολικό πανηγυρισμό πριν ολοκληρωθεί η δουλειά.