παμπ

ουσιαστικό

1. Χώρος όπου σερβίρονται κυρίως αλκοολούχα ποτά και παρέχεται χώρος για κοινωνική συνάθροιση, συζητήσεις και ψυχαγωγική δραστηριότητα.

2. Συνήθης τόπος συνάντησης για μια κοινότητα ή παρέα, με κοινωνική και ψυχαγωγική λειτουργία στην τοπική ζωή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παμπ στη γωνία έχει πολύ καλές μπύρες.
  • Πάμε στην παμπ να δούμε τον αγώνα απόψε.
  • Συναντήθηκαν στην παμπ μετά τη δουλειά για να τα πουν.
  • Η παμπ ήταν γεμάτη μουσική και γέλια μέχρι νωρίς το πρωί.
  • Αγόρασαν τη μικρή παμπ και την ανακαίνισαν.