παλαιότερα
επίρρημα1. Σε χρόνο που ανήκει στο παρελθόν σε σχέση με τον παρόντα χρόνο ή τον χρόνο στον οποίο αναφέρεται ο ομιλητής, δηλώνει ότι κάτι συνέβαινε ή ίσχυε σε προηγούμενη περίοδο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι δρόμοι παλαιότερα ήταν πιο ήσυχοι.
- Εργαζόμουν παλαιότερα σε μια μικρή εταιρεία.
- Η πόλη παλαιότερα λεγόταν Παλιάπολη.
- Το διαμέρισμα παλαιότερα είχε ξύλινα πατώματα πριν το ανακαινίσουν.
- Σε παλαιότερα άρθρα έχω αναφερθεί στο ίδιο θέμα.