παγωνιά
ουσιαστικό1. Φυσική κατάσταση ή καιρικό φαινόμενο με πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, που οδηγεί σε παγωνοποίηση του αέρα, σχηματισμό πάγου ή παγετού και επηρεάζει το περιβάλλον και τις δραστηριότητες των οργανισμών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παγωνιά κάλυψε την πόλη όλη τη νύχτα.
- Ένιωσα τη παγωνιά να μπαίνει στα κόκαλα όταν βγήκα έξω.
- Η ξαφνική παγωνιά κατέστρεψε τις πρώιμες καλλιέργειες.
- Υπήρχε παγωνιά στην ατμόσφαιρα μετά τον καβγά τους.
- Η παγωνιά στη φωνή του με έκανε να απομακρυνθώ.