παγιώνομαι
ρήμα1. Γίνομαι μόνιμος ή σταθερός σε μορφή, λειτουργία ή κατάσταση, έτσι ώστε να μην αλλάζω εύκολα.
2. Εδραιώνομαι ως πρακτική, συνήθεια ή στάση, αποκτώντας γενικευμένη παρουσία ή επαναληπτικότητα.
Συνώνυμα
εδραιώνομαι καθιερώνομαι εγκαθιδρύομαι σταθεροποιούμαι στερεοποιούμαι κρυσταλλοποιούμαι αποκρυσταλλώνομαι στερεώνομαι διαμορφώνομαι καρφώνομαι συνηθίζω
Αντώνυμα
αλλάζομαι αποσταθεροποιούμαι αλλάζω μεταβάλλομαι ανατρέπομαι διαλύομαι αμφισβητούμαι αναθεωρούμαι μεταβαίνω μεταμορφώνομαι μετατρέπομαι ρευστοποιούμαι ακυρώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Σιγά σιγά παγιώνομαι σε μια νέα καθημερινότητα.
- Από τότε που ανέλαβα τη θέση, παγιώνομαι σε έναν συγκεκριμένο τρόπο εργασίας.
- Μπροστά στην κριτική συχνά παγιώνομαι και δυσκολεύομαι να απαντήσω.
- Σε ακραίο ψύχος παγιώνομαι και τα δάχτυλά μου μουδιάζουν.
- Ως μέλος της επιτροπής, φοβάμαι ότι παγιώνομαι σε γραφειοκρατικές πρακτικές.