πέτρα
ουσιαστικό1. Σκληρό, συμπαγές ορυκτό ή μίγμα ορυκτών που αποτελεί φυσικό μέρος του φλοιού της γης και σχηματίζει βράχους.
2. Μικρό κομμάτι ή θραύσμα βράχου, συνήθως στρογγυλεμένο ή κομμένο, που βρίσκεται ελεύθερο στην επιφάνεια του εδάφους ή των υδάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έριξε μια πέτρα στη λίμνη και είδε τα κύματα να απλώνονται.
- Το παλιό σπίτι είναι χτισμένο με πέτρα και έχει παχιά τοιχώματα.
- Έμεινε ακίνητος σαν πέτρα όταν άκουσε την είδηση.
- Ο γιατρός του είπε ότι έχει πέτρα στα νεφρά.
- Η επίμαχη συμφωνία έγινε η πέτρα του σκανδάλου.