οφείλω
ρήμα1. Έχω υποχρέωση να καταβάλω χρηματικό ποσό ή να παράσχω κάτι σε κάποιον ως συνέπεια δανείου, συμφωνίας ή οικονομικής σχέσης.
2. Έχω ηθική ή νομική υποχρέωση να ενεργήσω με συγκεκριμένο τρόπο ή να εκπληρώσω μια ενέργεια (σχήμα «οφείλω να ...").
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αρνούμαι ξεπληρώνω εξοφλώ αποπληρώνω αποποιούμαι δικαιούμαι απαλλάσσομαι επιτρέπεται μπορώ πληρώνω διευθετώ εκκαθαρίζω εισπράττω ξεχρεώνω αθετώ
Παραδείγματα χρήσης
- Δουλεύω σκληρά γιατί οφείλω 500 ευρώ στην τράπεζα.
- Σου οφείλω ευγνωμοσύνη για την υποστήριξη.
- Ως επικεφαλής, οφείλω να λαμβάνω αποφάσεις για την ομάδα.
- Δεν οφείλω να δώσω εξηγήσεις για τις προσωπικές μου επιλογές.
- Σε περίπτωση προβλήματος, οφείλω να ενημερώσω τους πελάτες άμεσα.