οροφή

ουσιαστικό

1. Η ανώτερη επιφάνεια που καλύπτει έναν χώρο ή κατασκευή, παρέχοντας προστασία από το περιβάλλον και συνεισφέροντας στη δομική, θερμική και ηχητική λειτουργία του κτιρίου ή του οχήματος.

Συνώνυμα

ταβάνι στέγη σκεπή σκέπαστρο στεγάστρο θόλος καμάρα πλακοσκεπή όριο ταράτσα κορυφή πλάκα επικάλυψη κορύφωση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οροφή του σπιτιού χρειάζεται επισκευή.
  • Η οροφή της αίθουσας ήταν διακοσμημένη με περίτεχνα σχέδια.
  • Η κυβέρνηση επέβαλε οροφή στις αυξήσεις των τιμών του ρεύματος.
  • Η οροφή των νεφών ήταν τόσο χαμηλή που η ορατότητα στην πτήση ήταν περιορισμένη.
  • Οι οροφές των παλιών σπιτιών είναι συχνά καλυμμένες με κόκκινα κεραμίδια.