οργανικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με τις οργανικές ενώσεις στη χημεία, δηλαδή τις ενώσεις του άνθρακα και τις ιδιότητες ή τις αντιδράσεις τους.
2. Που αφορά τα όργανα ή τη δομή και τη λειτουργία των ζωντανών οργανισμών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανόργανος συνθετικός τεχνητός αβιοτικός χημικός άψυχος ανθρωπογενής πλαστικός ψυχιατρικός μεταλλικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η οργανική γεωργία αποφεύγει τη χρήση χημικών λιπασμάτων.
- Η οργανική χημεία μελετά τις ενώσεις του άνθρακα.
- Η εταιρεία είχε οργανικό ρυθμό ανάπτυξης χωρίς εξαγορές.
- Ο ασθενής έχει οργανική βλάβη στο συκώτι.
- Η σύνδεση των ιδεών στην παρουσίαση ήταν τόσο οργανική που φαινόταν αυθόρμητη.