ονομασία

ουσιαστικό

1. Λέξη ή φράση με την οποία δηλώνεται ή προσδιορίζεται πρόσωπο, τόπος, πράγμα, έννοια ή φαινόμενο.

2. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της απόδοσης ονόματος σε κάτι ή σε κάποιον.

3. Τρόπος με τον οποίο χαρακτηρίζεται ή αναφέρεται κάτι σε επίσημο ή κοινό λόγο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ονομασία της πόλης προέρχεται από αρχαία παράδοση.
  • Πριν κυκλοφορήσει το προϊόν, συμφώνησαν στην τελική ονομασία.
  • Στην επιστημονική δημοσίευση τόνισαν ότι η ονομασία πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες.
  • Η ονομασία του κρασιού είναι προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη.
  • Ο δικηγόρος εξήγησε πως η ονομασία της εταιρείας είναι κατοχυρωμένη.