παρωνύμιο

ουσιαστικό

1. Όνομα που χρησιμοποιείται για να προσφωνηθεί ή να αναφερθεί κάποιος με πιο οικείο, συντομότερο ή ανεπίσημο τρόπο σε σχέση με το επίσημο ή καταγεγραμμένο όνομά του.

Συνώνυμα

παρατσούκλι προσωνύμιο ψευδώνυμο υποκοριστικό ονομασία

Αντώνυμα

όνομα ονοματεπώνυμο επώνυμο βαφτιστικό πατρώνυμο

Παραδείγματα χρήσης

  • Το παρωνύμιο του φίλου μου είναι «Μπίλυ».
  • Στην ομάδα τον φωνάζουν με ένα παρωνύμιο που του έδωσαν στο σχολείο.
  • Η τραγουδίστρια υιοθέτησε το παρωνύμιο της ως σκηνικό όνομα.
  • Η προέλευση του παρωνυμίου εξηγεί την αστεία ιστορία πίσω από το όνομα.
  • Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διάλεξε ένα παρωνύμιο αντί για το πραγματικό του όνομα.