ομοίως
επίρρημα1. Με τον ίδιο ή ανάλογο τρόπο, δηλώνοντας ότι μια ενέργεια, κατάσταση ή χαρακτηριστικό συμβαίνει ή πραγματώνεται ισοδύναμα σε σχέση με κάτι άλλο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σου εύχομαι καλή επιτυχία — ομοίως.
- Οι δύο μελέτες συμπεραίνουν ομοίως ότι οι αλλαγές είναι αναγκαίες.
- Ακολούθησε το παράδειγμα του δασκάλου και συμπεριφέρσου ομοίως.
- Η τιμή του προϊόντος αυξήθηκε κατά 10% και ομοίως αυξήθηκαν τα μεταφορικά έξοδα.
- Στον επίσημο χαιρετισμό είπε «Χάρηκα» και οι παρευρισκόμενοι ανταπάντησαν ομοίως.
- Οι προδιαγραφές ισχύουν για τον παραγωγό και ομοίως για τους συνεργάτες του.