ολομόναχος
επίθετο1. Που είναι εντελώς μόνος, χωρίς παρέα ή συντροφιά.
2. Που είναι εγκαταλελειμμένος ή απομονωμένος, χωρίς στήριξη ή βοήθεια.
Συνώνυμα
μονάχος μόνος μοναχικός απομονωμένος αποκομμένος ερημικός ερημωμένος εγκαταλελειμμένος μοναχάρης παραμικρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παππούς έμεινε ολομόναχος στο σπίτι μετά την καταιγίδα.
- Ο ταξιδιώτης ήταν ολομόναχος στη μαρίνα, κοιτώντας τον ορίζοντα.
- Τον είδα και ήταν ολομόναχος στο παγκάκι του πάρκου.
- Μετά το διαζύγιο, αισθανόταν ολομόναχος παρά το πλήθος γύρω του.
- Ο στρατιώτης έμεινε ολομόναχος στο φυλάκιο όλη τη νύχτα.