ξεχωρίζομαι
ρήμα1. Αποχωρίζομαι από τους άλλους ή από ένα σύνολο και ξεχωρίζω ως ξεχωριστή περίπτωση, παρουσία ή κατηγορία.
2. Διακρίνομαι ανάμεσα σε άλλους λόγω ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, ιδιοτήτων ή συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
ξεχωρίζω διαφέρω διακρίνομαι υπερέχω αριστεύω αναδεικνύομαι διαφοροποιούμαι διαχωρίζομαι προβάλλομαι χωρίζομαι προβάλλω εξαίρομαι διαφαίνομαι περιώνυμος
Αντώνυμα
συγχέομαι εξομοιώνομαι ομογενοποιούμαι ταυτίζομαι απαρατήρητος συνενώνομαι χάνομαι κοινός συνωστίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Στην ομάδα αυτή ξεχωρίζομαι όταν δείχνω υπομονή και συνεργάζομαι με όλους.
- Από μικρός ξεχωρίζομαι για τη δημιουργικότητά μου στο σχολείο.
- Σε μια τόσο μεγάλη τάξη, είναι δύσκολο να ξεχωρίζομαι αν δεν μιλώ πολύ.
- Με το ιδιαίτερο στυλ του, ξεχωρίζομαι αμέσως από τους άλλους.
- Όταν δουλεύω ήσυχα και με συνέπεια, ξεχωρίζομαι θετικά από τους συναδέλφους μου.