ξεράω
ρήμα1. Αποβάλλω με έμετο το περιεχόμενο του στομάχου διαμέσου του στόματος.
2. Προκαλώ την απώλεια υγρασίας σε κάτι, με αποτέλεσμα να στεγνώσει ή να αφυδατωθεί.
3. Χάνω υγρασία και γίνομαι ξηρό ή μαραίνoμαι (για φυτά, χώμα, υλικά).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αφού ήπιε πολύ το βράδυ, το πρωί ξεράθηκε στο μπάνιο.
- Η πολύμηνη ξηρασία έκανε τα λουλούδια στον κήπο να ξεράνονται.
- Ο ήλιος και ο αέρας ξεράουν τα ρούχα στην απλώστρα μέσα σε λίγες ώρες.
- Μη ξεράσεις μπροστά στα παιδιά!