νυχτιά
ουσιαστικό1. Το χρονικό διάστημα ανάμεσα στη δύση και την ανατολή του ήλιου, όταν κυριαρχεί το σκοτάδι.
2. Η βραδινή περίοδος ως κατάσταση ή ατμόσφαιρα με ιδιαίτερη κίνηση, συνήθειες ή γεγονότα που εκδηλώνονται μετά το σούρουπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νυχτιά έπεσε γρήγορα πάνω στο χωριό.
- Μου τηλεφώνησε στη νυχτιά και με ξύπνησε.
- Μέσα στη νυχτιά τα αστέρια έλαμπαν δυνατά.
- Περάσαμε μια όμορφη νυχτιά με φίλους στο μπαλκόνι.
- Η νυχτιά ήταν σκοτεινή και αμίλητη, σαν να φοβόταν.