νοικοκυρά

ουσιαστικό

Γυναίκα που αναλαμβάνει και διαχειρίζεται τις οικιακές δουλειές και τη φροντίδα του νοικοκυριού, όπως καθαριότητα, μαγείρεμα, οργάνωση και φροντίδα των μελών της οικογένειας.

Συνώνυμα

νοικοκυρούλα σπιτονοικοκυρά οικοδέσποινα κυρά νοικοκύρης σπιτονοικοκύρης οικονόμος μαγείρισσα αφέντρα

Αντώνυμα

εργαζόμενη απασχολούμενη καριερίστρια επισκέπτης εταίρα επαγγελματίας

Παραδείγματα χρήσης

  • Η νοικοκυρά ετοίμασε το τραπέζι για το οικογενειακό δείπνο.
  • Η νοικοκυρά φρόντιζε να είναι τα παιδιά πάντα καθαρά και τακτοποιημένα.
  • Ζητείται νοικοκυρά για εργασία με πλήρη απασχόληση στο σπίτι.
  • Η νοικοκυρά της γειτονιάς είναι γνωστή για τα νόστιμα γλυκά που φτιάχνει.
  • Οι νοικοκυρές οργάνωσαν μια φιλανθρωπική αγορά για το σχολείο.