νηπιαγωγείο

ουσιαστικό

Σχολική μονάδα ή εκπαιδευτικός χώρος που παρέχει οργανωμένη φροντίδα, αγωγή και πρώιμη εκπαίδευση σε νήπια πριν από την εισαγωγή τους στο δημοτικό σχολείο, συνήθως ηλικίας περίπου 4–6 ετών.

Συνώνυμα

εκπαιδευτήριο παιδαγωγείο νηπιοκομείο σχολείο σχολή βρεφοκομείο παιδοκομείο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το παιδί πηγαίνει κάθε πρωί στο νηπιαγωγείο.
  • Το νηπιαγωγείο οργάνωσε εκδρομή στο μουσείο.
  • Το παλιό νηπιαγωγείο απέναντι από την πλατεία χρειάζεται επισκευές.
  • Τα νηπιαγωγεία του δήμου θα έχουν υποστήριξη για τη νέα σχολική χρονιά.
  • Η εμπειρία στο νηπιαγωγείο είναι σημαντική για την πρώιμη ανάπτυξη των παιδιών.