νεσεσέρ
ουσιαστικό1. Θήκη ή μικρή τσάντα, συνήθως με φερμουάρ, προοριζόμενη για τη μεταφορά και οργάνωση προσωπικών ειδών περιποίησης, καλλυντικών και ειδών υγιεινής κατά τα ταξίδια ή στην καθημερινή χρήση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλα όλα τα προϊόντα περιποίησης στο νεσεσέρ πριν το ταξίδι.
- Το νεσεσέρ της ήταν γεμάτο πινέλα και κραγιόν.
- Έδωσα στον παππού ένα μικρό νεσεσέρ με φάρμακα και επιθέματα.
- Φύλαξα τον φορτιστή και τα καλώδια στο νεσεσέρ του σακιδίου.
- Το νεσεσέρ που χρησιμοποιεί ως κασετίνα για μολύβια είναι πολύ ανθεκτικό.