μονοπώλιο
ουσιαστικό1. Αποκλειστικός έλεγχος της παραγωγής ή της διάθεσης ενός αγαθού ή υπηρεσίας από μία επιχείρηση ή οντότητα, που περιορίζει ή αποκλείει τον ανταγωνισμό και επιτρέπει τον καθορισμό τιμών και όρων αγοράς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανταγωνισμός συνεταιρισμός ανταγωνιστικότητα αντιπαλότητα συναγωνισμός κατακερματισμός πλουραλισμός διασπορά ολιγοπώλιο
Παραδείγματα χρήσης
- Η εταιρεία έχει μονοπώλιο στην τοπική αγορά νερού.
- Το κράτος διατηρεί μονοπώλιο στη χορήγηση αδειών για τα τυχερά παιχνίδια.
- Για χρόνια το ένα κόμμα είχε μονοπώλιο στη διακυβέρνηση της περιοχής.
- Μια μεγάλη επιχείρηση απέκτησε μονοπώλιο σε συγκεκριμένα προγράμματα λογισμικού.
- Τα μονοπώλια μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλότερες τιμές και λιγότερες επιλογές για τους καταναλωτές.