μεροληπτικός

επίθετο

Που δείχνει προτίμηση ή εύνοια προς κάποιον ή κάτι, επηρεάζοντας την κρίση ή τη στάση του με τρόπο όχι ουδέτερο.

Συνώνυμα

προκατειλημμένος μερικός παρωπιδικός μονομερής στραβοχυμένος στραβόματιασμένος στραβωμένος παραταγμένος υποκειμενικός επιλεκτικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κριτής κρίθηκε μεροληπτικός επειδή ευνόησε τον γνωστό του.
  • Η κάλυψη του αγώνα ήταν μεροληπτική και αδικούσε την αντίπαλη ομάδα.
  • Δεν θέλω μεροληπτική αντιμετώπιση· ζητώ δίκαιη αξιολόγηση.
  • Η επιτροπή απέφυγε να φανεί μεροληπτική κατά τη διαδικασία.
  • Το άρθρο ήταν φανερά μεροληπτικό και παρουσίαζε μόνο τη μία πλευρά.