μεζεδοπωλείο
άλλοΜικρό ή μεσαίο κατάστημα εστίασης όπου σερβίρονται μεζέδες και άλλα συνοδευτικά φαγητά, συνήθως μαζί με ποτά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ζαχαροπλαστείο αρτοποιείο φαστφουντάδικο καντίνα σούπερμάρκετ μπακάλικο σπίτι μπεργκεράδικο καφετέρια
Παραδείγματα χρήσης
- Το μεζεδοπωλείο της γειτονιάς μας σερβίρει φρέσκα θαλασσινά κάθε Παρασκευή.
- Κλείσαμε τραπέζι στο μεζεδοπωλείο για να γιορτάσουμε τα γενέθλια.
- Στο μεζεδοπωλείο υπάρχουν πολλές επιλογές για χορτοφάγους.
- Ένα παλιό μεζεδοπωλείο έκλεισε μετά από τριάντα χρόνια στην πλατεία.
- Μου πρότειναν ένα νέο μεζεδοπωλείο με ζωντανή μουσική.