μαύρος
επίθετο1. Που έχει την απόχρωση του μαύρου, πολύ σκοτεινό, με ελάχιστη ή καμία ανάκλαση φωτός.
2. Που καλύπτεται ή λεκιάζεται από μελάνι, καπνό, σκόνη ή άλλη ουσία που του δίνει σκοτεινή όψη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαύρος γάτος πέρασε το δρόμο.
- Φόρεσε ένα μαύρο φόρεμα στη δεξίωση.
- Πίνω κάθε πρωί μαύρο καφέ χωρίς ζάχαρη.
- Η μαύρη αγορά ανθίζει στην περιφέρεια της πόλης.
- Έχει μαύρο χιούμορ που με κάνει να γελάω άβολα.