μανούλα
ουσιαστικό1. Τρυφερό, υποκοριστικό όνομα για γυναίκα που έχει γεννήσει ή ασκεί μητρικό ρόλο, χρησιμοποιούμενο σε οικεία απευθυνση ή αναφορά.
2. Λεκτική έκφραση στοργής ή ευγνωμοσύνης προς τη μητέρα, συχνά με παιδικό ή συγκινησιακό τόνο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μανούλα, μπορείς να μου δώσεις λίγο νερό;
- Η μανούλα μου μαγείρεψε το αγαπημένο μου φαγητό.
- Όταν αρρώστησα, η μανούλα ήταν συνέχεια δίπλα μου.
- Ήταν μια μανούλα με μεγάλη καρδιά και υπομονή.
- Είναι μανούλα στους υπολογιστές και λύνει κάθε τεχνικό πρόβλημα.