μακάριος
επίθετο1. Που βιώνει βαθιά, ήρεμη και διαρκή χαρά ή αγαλλίαση, συνήθως με πνευματικό ή θρησκευτικό χαρακτήρα.
2. Που έχει λάβει θεϊκή ή υπερφυσική εύνοια, η οποία εκδηλώνεται με εσωτερική γαλήνη, ειρήνη ή προστασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο Ευαγγέλιο διαβάζουμε: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.»
- Μετά από χρόνια προβλημάτων, ο πατέρας ένιωσε μακάριος για την ειρήνη στην οικογένεια.
- Τα παιδιά που μεγάλωσαν με αγάπη είναι πραγματικά μακάριοι.
- Στα παραμύθια περιγράφεται ο ήρωας ως μακάριο πρόσωπο με αγνή ψυχή.
- Σαν νέος νόμιζε πως θα ζήσει μακάριος, χωρίς λύπες, αλλά η ζωή είχε άλλα σχέδια.