μάτσο
ουσιαστικό1. Δέσμη από πολλά ομοειδή αντικείμενα ή υλικά που είναι δεμένα ή συγκεντρωμένα μαζί.
2. Ποσότητα αντικειμένων που κρατιέται ή μεταφέρεται ως ενιαίο σύνολο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κράτησε ένα μάτσο κλειδιά στο χέρι του.
- Μου έφερε ένα μάτσο λουλούδια από τον κήπο.
- Στο γραφείο υπήρχε ένα μάτσο χαρτιά πάνω στο τραπέζι.
- Είχε κρεμάσει ένα μάτσο ρούχα στην καρέκλα.
- Έδεσε τα καλώδια σε ένα μάτσο για να μη μπερδεύονται.