λοίμωξη

ουσιαστικό

Παθολογική κατάσταση που προκαλείται από τη εισβολή και πολλαπλασιασμό παθογόνων μικροοργανισμών ή άλλων λοιμογόνων παραγόντων σε ιστό, όργανο ή οργανισμό, προκαλώντας φλεγμονή, βλάβη ή διαταραχή της λειτουργίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η λοίμωξη απαιτεί άμεση ιατρική φροντίδα.
  • Η γρίπη είναι μια λοίμωξη του αναπνευστικού.
  • Η πληγή μολύνθηκε και προκλήθηκε λοίμωξη.
  • Η λοίμωξη στο νοσοκομείο θεωρείται ενδονοσοκομειακή.
  • Η χρόνια λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές.