λιγοστός
επίθετοΠου υπάρχει σε μικρή ποσότητα, αριθμό ή έκταση, λιγότερη από όση θεωρείται συνηθισμένη ή αρκετή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χρόνος ήταν λιγοστός, αλλά προλάβαμε να τελειώσουμε.
- Έχουμε λιγοστό φαγητό για όλους, πρέπει να το μοιράσουμε προσεκτικά.
- Με λιγοστή υπομονή, κατάφερε να λύσει το πρόβλημα.
- Στο δωμάτιο έμπαινε λιγοστό φως από το μικρό παράθυρο.
- Υπήρχε λιγοστή ελπίδα ότι θα προλάβαιναν το τρένο.
- Μίλησε με λιγοστές λέξεις και έφυγε.