λανθασμένα

επίρρημα

Με τρόπο που περιλαμβάνει σφάλμα ή ανακρίβεια στην εκτέλεση, στην κρίση ή στην πληροφόρηση, με αποτέλεσμα η ενέργεια ή η αντίληψη να απέχει από την πραγματική ή επιδιωκόμενη κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Νόμισα λανθασμένα ότι το ραντεβού ήταν σήμερα.
  • Τα αποτελέσματα μετρήθηκαν λανθασμένα λόγω σφάλματος στο όργανο.
  • Ο δάσκαλος βαθμολόγησε λανθασμένα τις απαντήσεις.
  • Κατηγορήθηκε λανθασμένα για το ατύχημα.
  • Μας ενημέρωσαν λανθασμένα για την ώρα αναχώρησης.