κόκκαλο
ουσιαστικό1. Σκληρό, αποτιτανωμένο όργανο στους σπονδυλωτούς που σχηματίζει τον σκελετό, παρέχει δομική στήριξη, προστατεύει ζωτικά όργανα και προσφέρει σημεία πρόσφυσης για τους μύες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σκυλί βρήκε ένα κόκκαλο στο πάρκο.
- Προτίμησε φιλέτο χωρίς κόκκαλο για να το φάει ο μικρός.
- Όταν του ανακοίνωσαν τα νέα, έμεινε κόκκαλο.
- Από το κρύο τα χέρια της πάγωσαν και έγιναν κόκκαλα.
- Για να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του χρειάζεται να έχει κόκκαλα.