κυνηγός

ουσιαστικό

1. Άτομο που αναζητά, καταδιώκει και συλλαμβάνει ή σκοτώνει άγρια ζώα για τροφή, ψυχαγωγία, εμπορικό όφελος ή ρύθμιση πληθυσμών.

2. Ζώο που κυνηγά άλλα ζώα για να τραφεί.

Συνώνυμα

θηρευτής θηρατής κυνηγετής σκοπευτής διώκτης καταδιώκτης λαγοθήρας λαγοκυνηγός αρπακτικό αλιευτής ψαράς τυφεκιστής ζωοκτόνος σφαγέας

Αντώνυμα

θήραμα θύμα διωκόμενος καταδιωκόμενος κυνηγημένος αλεπού αρνί λαγός πρόβατο κουνέλι

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κυνηγός πήρε το όπλο και βγήκε στο δάσος νωρίς το πρωί.
  • Ο λύκος είναι αδίστακτος κυνηγός της νύχτας.
  • Είναι κυνηγός ευκαιριών και πάντα αναζητά νέα επαγγελματικά βήματα.
  • Οι δημοσιογράφοι έγιναν κυνηγοί ειδήσεων όταν ξέσπασε το σκάνδαλο.
  • Στον αθλητισμό, έγινε κυνηγός ρεκόρ, προσπαθώντας συνεχώς να βελτιώνει τους χρόνους του.