κριτικάρω
ρήμα1. Εκφράζω αξιολόγηση ή κρίση για κάτι, επισημαίνοντας θετικά και αρνητικά στοιχεία του.
2. Εξετάζω προσεκτικά κάτι και αναφέρω τις αδυναμίες, τα λάθη ή τις αστοχίες του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν θέλω να κριτικάρω τη δουλειά σου, απλώς να πω μια γνώμη.
- Ο δάσκαλος μάς έμαθε να κριτικάρω τα κείμενα με επιχειρήματα και όχι επιπόλαια.
- Πριν κριτικάρω τους άλλους, προσπαθώ να δω τα δικά μου λάθη.
- Είναι άδικο να κριτικάρω κάποιον χωρίς να ξέρω όλη την ιστορία.
- Η επιτροπή θα κριτικάρω το σχέδιο και θα προτείνει βελτιώσεις.