κράξιμο
ουσιαστικό1. Έντονη και συχνά προσβλητική λεκτική επίθεση ή αυστηρή δημόσια κριτική προς κάποιον.
2. Γενικά, η πράξη του να επιπλήττει ή να μειώνει κανείς κάποιον με λόγια.
Συνώνυμα
κατσάδα μαλώμα βρισιά βρισίδι κραυγή επίπληξη επιτίμηση μούντζα χέσιμο κοροϊδία δούλεμα ξεφωνητό διαπόμπευση κριτική καταγγελία διαμαρτυρία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βίντεο δέχτηκε πολύ κράξιμο στα σχόλια.
- Το κράξιμο που έφαγε από τον κόσμο ήταν μεγάλο.
- Μετά την παράσταση ακούστηκε αρκετό κράξιμο για τα λάθη των ηθοποιών.
- Δεν άντεξε το κράξιμο και έφυγε από το chat.
- Παρά το κράξιμο, εκείνος συνέχισε την ίδια τακτική.