κούφιος

επίθετο

1. Που έχει κενό στο εσωτερικό ή δεν είναι συμπαγής, με χώρο κενό μέσα στο σώμα ή στο σώμα ενός αντικειμένου.

2. Που στερείται ουσίας, βάθους ή ειλικρίνειας, εμφανίζεται επιφανειακά ή χωρίς πραγματικό περιεχόμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κορμός του δέντρου είναι κούφιος και χωράει μικρά ζώα.
  • Το βαρέλι ήταν κούφιο και γρήγορα άδειωσε.
  • Ο ήχος στην άδεια αίθουσα ακουγόταν κούφιος και μακρινός.
  • Οι υποσχέσεις του πολιτικού αποδείχτηκαν κούφιες.
  • Το βλέμμα της ήταν κούφιο, χωρίς ίχνος συγκίνησης.