κουτσομπολιό
ουσιαστικό1. Ανταλλαγή ή διάδοση προφορικών ή μη επιβεβαιωμένων πληροφοριών για την ιδιωτική ζωή ή τα προσωπικά ζητήματα τρίτων, συχνά σε κοινωνικό ή φιλικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
κουτσομπολιά κουτσομπολισμός σούσουρο φήμη διαδόσεις ψίθυροι κακολογία σκανδαλολογία κουβέντα ψίθυρος πληροφορία συζήτηση κουβεντούλα ιστοριούλα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κουτσομπολιό πληγώνει και διαστρεβλώνει την αλήθεια.
- Συγκεντρώθηκαν στην κουζίνα για να ανταλλάξουν λίγο κουτσομπολιό.
- Μην πιστεύεις κάθε κουτσομπολιό που διαδίδεται στο γραφείο.
- Το κουτσομπολιό για τη διάλυση της ομάδας αποδείχθηκε ψευδές.
- Προτίμησα να μη συμμετάσχω όταν άρχισαν να κάνουν κουτσομπολιό για τους γείτονες.