κουβάς

ουσιαστικό

1. Δοχείο συνήθως κυλινδρικό με ανοικτό πάνω μέρος και λαβή, κατασκευασμένο από μέταλλο, πλαστικό ή άλλο υλικό, που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά, συγκράτηση ή αποθήκευση υγρών και στερεών αντικειμένων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κουβάς είναι γεμάτος νερό.
  • Ένας κουβάς με τσιμέντο έμεινε δίπλα στο εργοτάξιο.
  • Ο κουβάς στην παραλία έγινε παιχνίδι για τα παιδιά.
  • Ο κουβάς χρώματος ήταν άδειος, γι' αυτό σταμάτησαν το βάψιμο.
  • Ο Γιώργος είναι ο κουβάς της ομάδας, πάντα αναλαμβάνει τις βαριές δουλειές.