ασανσέρ

ουσιαστικό

Κλειστός κινούμενος θάλαμος εγκατεστημένος σε κτίριο, που μεταφέρει ανθρώπους ή αντικείμενα κάθετα μεταξύ ορόφων με τη βοήθεια μηχανισμού ανύψωσης.

Συνώνυμα

ανελκυστήρας λιφτ αναβατήρας ασανσεράκι καμπίνα κουτί κουβάς

Αντώνυμα

σκάλα κλιμακοστάσιο σκαλοπάτια κλίμακα ράμπα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ασανσέρ σταμάτησε ανάμεσα στον τρίτο και τον τέταρτο όροφο.
  • Πάμε στο ασανσέρ γιατί δεν θέλω να ανέβω τις σκάλες.
  • Ο τεχνικός επισκεύασε το ασανσέρ χθες το απόγευμα.
  • Τα ασανσέρ του κτηρίου είναι γρήγορα και ευρύχωρα.
  • Τα συναισθήματά του πήραν τη μορφή ενός ασανσέρ, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας συνεχώς.