κοινοπραξία
ουσιαστικόΣυμφωνία συνεργασίας μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων ή επιχειρήσεων για κοινή εκτέλεση έργου, δραστηριότητας ή οικονομικού σκοπού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κοινοπραξία των δύο εταιρειών ανέλαβε την κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου.
- Οι τράπεζες δημιούργησαν μια κοινοπραξία για τη χρηματοδότηση του έργου.
- Η εταιρεία συμμετέχει σε διεθνή κοινοπραξία για την έρευνα νέων τεχνολογιών.
- Μετά τη συγχώνευση, η κοινοπραξία διευρύνθηκε και σε άλλους τομείς δραστηριότητας.
- Η κοινοπραξία υπέγραψε τη σύμβαση με το κράτος για την εκμετάλλευση του λιμανιού.