κλικ

ουσιαστικό

1. Σύντομος, ξαφνικός ήχος που παράγεται από το άγγιγμα ή την απελευθέρωση ενός μηχανικού μέρους (π.χ. κουμπιών, διακοπτών ή κλείστρου).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έκανα κλικ με το ποντίκι για να ανοίξω το αρχείο.
  • Η πόρτα έκανε κλικ όταν κλείδωσε.
  • Με ένα κλικ στο διαδίκτυο αγόρασα το βιβλίο.
  • Ο φωτογράφος τράβηξε τη στιγμή με ένα κλικ.
  • Μετά την πρώτη συνάντηση, ανάμεσά τους έγινε κλικ.